διαφθορ-ά, Ion.
διαφθορ-ρή,ἡ, (διαφθείρω)
A. destruction, ruin,
ἐπὶ -φθορᾷ τῆς πόλεως
Th. 8.86
; ἀπέστειλε ἐπὶ διαφθορῇ
Hdt. 4.164
; μέχρι διαφθορᾶς
Pl. Mx. 242d
: pl., S. OT 573 , etc.
2. destruction, blight,of things, ὀμμάτων διαφθοραί
Id. OC 552
; διαφθορὰ μορφῆς
A. Pr. 643
.
3. in moral sense,corruption, seduction,
νέων
X. Ap. 19