διαφοιγοιμόρ: ἐπὶ πάσῃ ἡμέρᾳ τῆς τῶν φιδιτίων σιτήσεως( Lacon. ), Hsch.
διαφοιγοιμόρ:
Gloss
διαφοιγοιμόρ: ἐπὶ πάσῃ ἡμέρᾳ τῆς τῶν φιδιτίων σιτήσεως ( Lacon. ), Hsch.
διαφοιγοιμόρ: ἐπὶ πάσῃ ἡμέρᾳ τῆς τῶν φιδιτίων σιτήσεως ( Lacon. ), Hsch.
διαφοιγοιμόρ: ἐπὶ πάσῃ ἡμέρᾳ τῆς τῶν φιδιτίων σιτήσεως( Lacon. ), Hsch.