διαφρέω,
A. let through, let pass,
διὰ τῆς πόλεως . . τὴν κνῖσαν οὐ διαφρήσετε
Ar. Av. 193
; ὅπως μὴ διαφρήσωσι τοὺς πολεμίους
Th. 7.32
.
let through, let pass,
διαφρέω,
A. let through, let pass,
διὰ τῆς πόλεως . . τὴν κνῖσαν οὐ διαφρήσετε
Ar. Av. 193
; ὅπως μὴ διαφρήσωσι τοὺς πολεμίους
Th. 7.32
.