διαχράομαι,fut. -ήσομαι,
Dor.
3 sg.
A.
διαχρησεῖται
Theoc. 15.54
.
I. Dep., c. dat. rei,use constantlyorhabitually,chiefly in Hdt. , τῇ αὐτῇ γλώσσῃ
1.58
; τῷ αὐτῷ τρόπῳ
2.127
; οὐκ οἴνῳ διαχρέωνται
1.71
, cf. 2.77 ; ἐσθῆτι φοινηκηί̈ῃ
4.43
;τῇ ἀληθείῃ δ.speak the truth, 3.72 ; οἰμωγῇ ἀφθόνῳ