δῐδακ-τός,ή,όν, alsoός,όν
Pl. Erx. 398d :
I. of things,taught, learnt, ἅπαντα γάρ σοι τἀμὰ νουθετήματα κείνης διδακτά ofherteaching,
S. El. 344 ; δ. ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοι
1 Ep.Cor. 2.13
; ὅσοις δ. μηδέν, ἀλλ' ἐν τῇ φύσει τὸ σωφρονεῖν εἴληχεν
E. Hipp. 79
.
2. that can be taughtorlearnt,
τὰ δ. things which may be taught by study and experience,
Pi. N. 3.41
; opp.ἄρρητα,
S. OT 300 ;δίδαξον . . εἰ διδακτά μοιif Imay learnthem, Id. Tr. 64 , cf. 671 ; τὰ μὲν δ. μανθάνω, τὰ δ' εὑρετὰ ζητῶ
Id. Fr. 843
;κἄστ' οὐ διδακτόν(sc.τὸ τῆς τύχης) E. Alc. 786 , cf. Supp. 914 ; καθ' ὅσον δ.