LSJδίδυξGlossδίδυξ (leg. δοῖδυξ ) : τὸ τριβήδιν (leg. τριβίδιον ) τοῦ ὁλμ[ί]ου, Hsch.δίδυξ(leg.δοῖδυξ): τὸ τριβήδιν(leg.τριβίδιον)τοῦ ὁλμ[ί]ου,Hsch.