διείργω, Ep. and Ion.
διέργω, Ep. alsoδιεέργω:—
A. keep asunder, separate,
τοὺς διέεργον ἐπάλξιες
Il. 12.424
, cf. Hdt. 1.180 , Pi. N. 6.2 , Th. 3.107 , E. Fr. 382.6 , PTeb. 50.6
(ii B. C.); δ. τινὰ τοῦ μὴ συγκεχύσθαι
Arist. HA 562a25
; ποταμοὶ δ. [τινὰς] τῆς ὄκαδε ὁδοῦ
X. An. 3.1.2
:— Pass. , πόρῳ διείργεται τῆς Ἀττικῆς ἡ νῆσος
Plu. Them. 13
; χώρα ἰσθμῷ δ. μὴ νῆσον εἶναι
Polyaen. 2.2.4
: c.inf.,to be prevented from. . , Porph. Abst. 2.47 .
2. ward off,