LSJἀγαθουργέωGlossἀγαθουργέω , ἀγαθο-ουργία , ἀγαθο-ουργός , v. ἀγαθοεργ-.ἀγαθουργέω,ἀγαθο-ουργία,ἀγαθο-ουργός,A.v. ἀγαθοεργ-.Related Lemmasἀγαθο-ουργίαἀγαθο-ουργός