διεξ-ηγέομαι, strengthd. forἐξηγέομαι, v.l. in X. Mem. 4.2.12 .
διεξ-ηγέομαι
Gloss
διεξ-ηγέομαι , strengthd. for ἐξηγέομαι, v. l. in X. Mem. 4.2.12 .
διεξ-ηγέομαι , strengthd. for ἐξηγέομαι, v. l. in X. Mem. 4.2.12 .
διεξ-ηγέομαι, strengthd. forἐξηγέομαι, v.l. in X. Mem. 4.2.12 .