διερευν-ητικός,ή,όν, Ptol. Tetr. 57 .Adv. -κῶςib. 7 .
διερευν-ητικός
Gloss
διερευν-ητικός , ή , όν , Ptol. Tetr. 57 . Adv. -κῶς ib. 7 .
διερευν-ητικός , ή , όν , Ptol. Tetr. 57 . Adv. -κῶς ib. 7 .
διερευν-ητικός,ή,όν, Ptol. Tetr. 57 .Adv. -κῶςib. 7 .