διέρχομαι,fut. διελεύσομαι(butδίειμιis used in Att. asfut., andδιῄεινasimpf.):aor. διῆλθον:—
A. go through, pass through,abs., ἀντικρὺ δὲ διῆλθε βέλος
Il. 23.876
, etc.: c. gen.,φάτο . . ἔγχος ῥέα Διελε<>σεσθαι . . Αἰνείαο
20.263
, cf. 100 ; σφαγῶν διελθὼν ἰός
S. Tr. 717
; δ. διὰ τῆς νήσου
Hdt. 6.31
;διέρχεται Ἁ<>παντα διὰ τούτου
Ar. Av. 181 ; δ. διὰ πάντων
Act.Ap. 9.32
; εἰ σῶμα οὖσα ἡ ψυχὴ . . διῆλθε διὰ παντός
Plot. 4.7.8
: c. acc.,δ. πῶϋ, ἄστυ,
Il. 3.198 , 6.392 ;θύρας(pl.) Lys. 12.16 ; τὴν πολεμίαν