LSJδιεστραμμένωςGlossperversely,διεστραμμένως,Adv., (διαστρέφω)A. perversely,LXX Si. 4.17 ;distortedly,τῶν ὄψεων δ. ἔχεινHld. 2.19.ReferencesLXX Si. 4.17Hld. 2.19