διϊκνέομαι,fut. -ίξομαι:aor. -ικόμην:—
A. go through, penetrate,
ποτὶ τὰν ψυχάν δι' ὤτων
Ti.Locr. 101a
; ἐφ' ὅσον -εῖται τὸ ὕδωρ
Thphr. CP 3.20.4
; διῖκτο ἡ δόξα μέχρι βασιλέως
Plu. Dem. 20
, cf. D.Chr. 12.35 ;reach,with missiles, Th. 7.79 ; βραδέως τοῦ παραγγέλματος διικνουμένου
Plu. Nic. 27
.
2. in speaking,go through, tell of,
πάντα δ.
Il. 9.61
, 19.186 , A.R. 2.411 .
3. of Time,intervene,
διετοῦς χρόνου διικνουμένου