Διίκτυννα, coined (ἀπὸ τοῦ διικνεῖσθαι) as etym. ofΔίκτυνναby Corn. ND 34 .
Διίκτυννα
Gloss
Διίκτυννα , coined ( ἀπὸ τοῦ διικνεῖσθαι ) as etym. of Δίκτυννα by Corn. ND 34 .
Διίκτυννα , coined ( ἀπὸ τοῦ διικνεῖσθαι ) as etym. of Δίκτυννα by Corn. ND 34 .
Διίκτυννα, coined (ἀπὸ τοῦ διικνεῖσθαι) as etym. ofΔίκτυνναby Corn. ND 34 .