ἄϊστος,ον, (ἰδεῖν) :—poet.Adj.
A. unseen, καί κέ μ' ἄ. ἀπ' αἰθέρος ἔμβαλε πόντῳ
Il. 14.258
; κεῖνον μὲν ἄ. ἐποίησαν περὶ πάν των
Od. 1.235
;οἴχετ' ἄ., ἄπυστοςib. 242 ; ὤλετ' ἄκλαυτος, ἄϊστος
A. Eu. 565
; βωμοὶ δ' ἄϊστοι
Id. Pers. 811
; ἐν ἀί̈στοις τελέθων
Id. Ag. 466
;ἀποτρέψειεν ἄϊστον ὕβριν(prolept.) Id. Supp. 881 ; ἄ. ἀείραο
A.R. 4.746
.Adv. ἀί̈στως, θυμὸν ὄλεσσαν utterly, Man. 3.263 , cf. 28 .
II.
Act. ,unconscious of, ἄτας ἐμᾶς ἄϊστος