δῐ́-κρᾱνος,ον,
A. two-headed,
Parm. 6.5 .
II. Subst. δίκρᾱνον,τό,pitchfork,
δικράνοις ἐξωθεῖν
Luc. Tim. 12
.
III. δικράνους: τὰς τριόδους,
Hsch.
two-headed,
δῐ́-κρᾱνος,ον,
A. two-headed,
Parm. 6.5 .
II. Subst. δίκρᾱνον,τό,pitchfork,
δικράνοις ἐξωθεῖν
Luc. Tim. 12
.
III. δικράνους: τὰς τριόδους,
Hsch.