LSJδιολοφύρομαιGlossδιολοφύρομαι [ῡ] , strengthd. for ὀλοφύρομαι, πρὸς αὑτόν Plb. 21.26.11 .διολοφύρομαι [ῡ], strengthd. forA.ὀλοφύρομαι, πρὸς αὑτόνPlb. 21.26.11.ReferencesPlb. 21.26.11