διοργίζομαι,
A. to be very angry,
Plb. 2.8.13 ; τινί
LXX 3 Ma. 3.1
(v.l.), Plu. Ages. 6 ; διωργισμένος
Phld. Ir. p.9
W.; διοργισθείς
D.S. 14.14
.
to be very angry,
διοργίζομαι,
A. to be very angry,
Plb. 2.8.13 ; τινί
LXX 3 Ma. 3.1
(v.l.), Plu. Ages. 6 ; διωργισμένος
Phld. Ir. p.9
W.; διοργισθείς
D.S. 14.14
.