δισκ-έω,
A. pitch the quoit,
δίσκον . . στιβαρώτερον οὐκ ὀλίγον περ ἢ οἵῳ . . ἐδίσκεον ἀλλήλοισιν
Od. 8.188
;μακρὰ δισκήσαις having made alongthrow,
Pi. I. 2.35 ; αἴ τις δισκίοι
IG 5(1).828
(Sparta):— Pass. ,to be hurled,of a person, E. Ion 1268 ( v.l. -ευθήσεται ); of a squid, AP 9.227 (Bianor).