διφθέρα,ἡ,
A. prepared hide, piece of leather,
Hdt. 1.194 ; ἐκ διφθερέων πεποιημέναι κυνέαι
Id. 7.77
;διφθέραι,opp.δέρρεις(hides), Th. 2.75 ; of adrum,
Hero Aut. 20.4 ; esp. as writing-material, τὰς βύβλους διφθέρας καλέουσι ἀπὸ τοῦ παλαιοῦ οἱ Ἴωνες
Hdt. 5.58
; δ. μελαγγραφεῖς
E. Fr. 627
;δ. βασιλικαί,of Persian records, Ctes. ap. D.S. 2.32 ;δ. ἱεραί,at Carthage, Plu. 2.942c ;χαλκαῖ δ.,ib. 297a , cf. Sch. Il. 1.175 : prov., ἀρχαιότερα τῆς διφθέρας λέγεις
Diogenian. 3.2
; used for bindings,διφθέρας περιβάλλειν(sc.βιβλίοις) Luc. Ind. 16 .
II. anything made of leather, leathern jerkin,
Ar. Nu. 72 , Pl. Cri. 53d , SIG 1259.6