LSJδιφρ-ελάτειραGlossδιφρ-ελάτειρα [ ᾰ], ἡ , pecul. fem. of διφρηλάτης, APl. 4.359 .διφρ-ελάτειρα[ᾰ],ἡ,pecul. fem. ofδιφρηλάτης,APl. 4.359 .