δῐ́-χᾱλος, Dor. forδίχηλος(q. v.).
II. δίχαλον ζυγόν: τὸν ἑκατέρωθεν κεκοιλασμένον,
Hsch.
δῐ́-χᾱλος , Dor. for δίχηλος (q. v.). δίχαλον ζυγόν: τὸν ἑκατέρωθεν κεκοιλασμένον, Hsch.
δῐ́-χᾱλος, Dor. forδίχηλος(q. v.).
II. δίχαλον ζυγόν: τὸν ἑκατέρωθεν κεκοιλασμένον,
Hsch.