δίω [ῐ], Ep. Verb (used also by A. in lyr. passages,v.sub fin.), onlypres.andimpf.
Med. (of which Hom. hassubj. δίωμαι, δίηται, δίωνται,opt.
A.
δίοιτο
Od. 17.317
, but mostlyinf. δίεσθαι;forδίον
v. δείδω ):—put to flight,
δηί̈ους προτὶ ἄστυ δίεσθαι
Il. 12.276
; [ μητέρα] ἀπὸ μεγάροιο δίεσθαι
Od. 20.343
; μή σε . . ἀγρόνδε δίωμαι βάλλων χερμαδίοισι
21.370
; ὡς δ' ὅτε νεβρὸν . . κύων . . δίηται
Il. 22.189
; ἐπεί κ' ἀπὸ ναῦφι μάχην . . δίηται