διωλύγιος[ῠ],ον,
A. immense, enormous,
μήκη δ.
Pl. Lg. 890e
; μακρὰ . . καὶ δ. φλυαρία
Id. Tht. 162a
(Sch. expl. both byπεριβόητοςandσκοτεινός) ; πράγματα
Is. Fr. 123
; μακρὸς ὁ λόγος καὶ δ.
Jul. Or. 2.101d
; κῦμα δ.
Call. Fr. 111
; ἤπειρος
A.R. 4.1258
; σκότος
Dam. Isid. 303
; τιμαί
Them. Or. 11.146b