δοάσσατο, Homericaor.form, mostly impers.,=
Att.
ἔδοξε,
A. it seemed,in phraseὧδε δέ(orὣς ἄρα)οἱ φρονέοντι δοάσσατο κέρδιον εἶναιsoit seemedto him to be best, Il. 13.458 , Od. 5.474 , al.; alsoὡς ἄν τοι πλήμνη γε δοάσσεται( Ep. forδοάσσηται)ἄκρον ἱκέσθαιtill the naveappeareven to graze, Il. 23.339 .
II. forδοάσσαι, δοάσσατο,as used by A.R. , v. δοιάζω. (Forδο-άσσατο:δέ-ατοcf.τροχ-άζω:τρέχω.)