ἀί̈ττεσθαι: δικάζειν ἢ δικάζεσθαι, Hsch. (Fort.ἄττεσθαι: διάζειν ἢ διάζεσθαι.)
ἀί̈ττεσθαι:
Gloss
ἀί̈ττεσθαι: δικάζειν ἢ δικάζεσθαι , Hsch. (Fort. ἄττεσθαι: διάζειν ἢ διάζεσθαι .)
ἀί̈ττεσθαι: δικάζειν ἢ δικάζεσθαι , Hsch. (Fort. ἄττεσθαι: διάζειν ἢ διάζεσθαι .)
ἀί̈ττεσθαι: δικάζειν ἢ δικάζεσθαι, Hsch. (Fort.ἄττεσθαι: διάζειν ἢ διάζεσθαι.)