δόλιχος,ὁ,
A. the long course,in racing, opp.στάδιον,
IG 22.956 , etc.; τὸν δ. ἁμιλλᾶσθαι
Pl. Lg. 833b
; θεῖν
X. An. 4.8.27
; νικᾶν
Luc. Hist. Conscr. 30
; δολίχῳ κρατεῖν
Paus. 3.21.1
: metaph., δ. κατατείνουσι τοῦ λόγου
Pl. Prt. 329a
; δόλιχον τοῖς ἔτεσι . . τρέχειν
Epicr. 3.18
; δόλιχον βιότου σταδιεύσας
Epigr.Gr. 311
;γήρως δ.ib. 231 .