ἄᾰτος, contr.
ἆτος,ον, (ἄω)
A. insatiate,c. gen., ἄατος πολέμοιο
Hes. Th. 714
; Ἄρης ἆτος πολέμοιο
Il. 5.388
; μάχης ἆτόν περ ἐόντα
22.218
: abs., ἄατος ὕβρις
A.R. 1.459
. [First syll. short in Hes. , long in A.R. ]
insatiate,
ἄᾰτος, contr.
ἆτος,ον, (ἄω)
A. insatiate,c. gen., ἄατος πολέμοιο
Hes. Th. 714
; Ἄρης ἆτος πολέμοιο
Il. 5.388
; μάχης ἆτόν περ ἐόντα
22.218
: abs., ἄατος ὕβρις
A.R. 1.459
. [First syll. short in Hes. , long in A.R. ]