LSJδορύκρᾱνοςGlossδορύκρᾱνος , δορύκτητος , δορύμᾰχος , v. δορι-.δορύκρᾱνος,δορύκτητος,δορύμᾰχος,A.v. δορι-.Related Lemmasδορύκτητοςδορύμᾰχος