δοτ-ήρ,ῆρος,ὁ,
A. giver, dispenser,
ταμίαι . . σίτοιο δοτῆρες
Il. 19.44
; ὀϊστοὶ θανάτοιο δ.
Hes. Sc. 131
; esp. of the gods, δ. εὐθηλέος ἥβης
h.Hom. 8.9
; μαντευμάτων
Pi. Pae. 7.1
; πυρὸς βροτοῖς δοτῆρα
A. Pr. 612
.—Poet. form used by X. Cyr. 8.1.9 , and in later Prose, θεὸς δ. παντὸς ἀγαθοῦ
D.H. 2.62
, cf. J. AJ 1.18.6 , Iamb. Myst. 3.31 .