LSJδούλ-εοςGlossδούλ-εος , α , ον , poet. for δούλειος, δ. δεσμὰ γυναικῶν A.R. Fr. 12.13 .δούλ-εος,α,ον, poet. forA.δούλειος, δ. δεσμὰ γυναικῶνA.R. Fr. 12.13.ReferencesA.R. Fr. 12.13