δοῦλος(B): ἡ οἰκία ἢ τὴν ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνέλευσιν τῶν γυναικῶν,
Hsch. ; cf.δωλοδομεῖς, δωλέννετος.
δοῦλος (B) : ἡ οἰκία ἢ τὴν ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνέλευσιν τῶν γυναικῶν, Hsch. ; cf. δωλοδομεῖς, δωλέννετος.
δοῦλος(B): ἡ οἰκία ἢ τὴν ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνέλευσιν τῶν γυναικῶν,
Hsch. ; cf.δωλοδομεῖς, δωλέννετος.