δουλ-όω,
A. enslave,
Hdt. 1.27 ; δουλοῖς καὶ σὲ καὶ πᾶσαν πόλιν
A. Th. 254
, cf. S. Tr. 467 ; δ. φρόνημα
Th. 2.61
:—mostly in Pass. ,to be enslaved, ὑπὸ Πέρσῃσι, ὑπὸ Ἁρπάγου,
Hdt. 1.94 , 174 , cf. Th. 1.98 ;αἱ Ψ<>χαὶ δεδούλωνται
Hp.
Aër.
23 ;δεδουλωμένοι τῇ γνώμῃ, τὴν γνώμην ἐδουλοῦντο,
Th. 4.34 , 7.71 ; ἐλεύθερος πᾶς ἑνὶ δεδούλωται, νόμῳ
Men. 699
, cf Sam. 280 :— Med. (withpf.
δεδουλῶσθαι
Th. 6.82
),make subject to oneself, enslave,