δρᾰκοντώδης,ες,
A.
= δρακοντοειδής, κόραι, τύραννος , E. Or. 256 , Plu. 2.551e ;vermiform, κάθισμα,worm of a still, Zos.Alch. p.224
B.
vermiform,
δρᾰκοντώδης,ες,
A.
= δρακοντοειδής, κόραι, τύραννος , E. Or. 256 , Plu. 2.551e ;vermiform, κάθισμα,worm of a still, Zos.Alch. p.224
B.