δρᾱμᾰτουργ-έω,
A.
= δραματοποιέω, τὸν διάλογον
Ath. Epit. 1.1f , cf. Max.Tyr. 7.1 ; 'act a part', πάντα δ.
J. BJ 1.24.1
, Alciphr. 2.3 .
II.
= πανουργέω , Hsch.
act a part
δρᾱμᾰτουργ-έω,
A.
= δραματοποιέω, τὸν διάλογον
Ath. Epit. 1.1f , cf. Max.Tyr. 7.1 ; 'act a part', πάντα δ.
J. BJ 1.24.1
, Alciphr. 2.3 .
II.
= πανουργέω , Hsch.