δραστικός,ή,όν,
A.
= δραστήριος, σχήματα
representing attack,in a war-dance, Pl. Lg. 815a ;efficient(cause), δ. αἴτιον ὀργῆς
Phld. Ir. p.98W.
, cf. D. 1.14 ;δραστικοὺς τῶν κακῶν(τοὺς θεούς) ib. 19 , cf. Max. Tyr. 18.2 ;παχυμεροῦς ὕλης δ.,of river fish, Xenocr. 9 ; of persons, Plu. Cor. 21 : Comp.
διάνοια -ώτερον χειρός
Ph. 1.542
: Sup. , Onos. 22.4 .
2. active,opp.passive, δ. ποιότητες, ἀρχαί,
Stoic. 2.133 , 134 ; -ώτατον τὸ θερμόνib. 135 ; -ώτατα στοιχεῖα
Ph. 2.142
.
3. as Medic. term,drastic,
Dsc. 1.19.4 ( Sup. ); φάρμακον