LSJδρεπᾰνώδηςGlossδρεπᾰνώδης , ες , = δρεπανοειδής, αἰχμαί Agath. 5.22 , cf. EM 219.2 .δρεπᾰνώδης,ες,A.= δρεπανοειδής, αἰχμαίAgath. 5.22 , cf. EM 219.2 .ReferencesAgath. 5.22EM 219.2