δρύσσομαι,aor. part. δρυξάμενος,perh.
A.
= δρυφάσσω, δ. τῆς γῆς ἀπὸ τῶν ὁρίων
PGrenf. 1.11.14
(ii B. C.).
δρύσσομαι , aor. part. δρυξάμενος, perh. = δρυφάσσω, δ. τῆς γῆς ἀπὸ τῶν ὁρίων PGrenf. 1.11.14 (ii B. C.) .
δρύσσομαι,aor. part. δρυξάμενος,perh.
A.
= δρυφάσσω, δ. τῆς γῆς ἀπὸ τῶν ὁρίων
PGrenf. 1.11.14
(ii B. C.).