ἄκαιρος,ον,
A. ill-timed, unseasonable, ἐς ἄκαιρα πονεῖν
Thgn. 919
; οὐκ ἄκαιρα λέγειν
A. Pr. 1036
; ἄ. κένωσις
Hp. VM 10
; προθυμία
Th. 5.65
; ἐλευθερία
Pl. R. 569c
; ἔπαινος
Id. Phdr. 24c
e; ῥᾳθυμία
D. 18.46
, γέλως
Men. Mon. 88
.Adv.
ill-timed, unseasonable
ἄκαιρος,ον,
A. ill-timed, unseasonable, ἐς ἄκαιρα πονεῖν
Thgn. 919
; οὐκ ἄκαιρα λέγειν
A. Pr. 1036
; ἄ. κένωσις
Hp. VM 10
; προθυμία
Th. 5.65
; ἐλευθερία
Pl. R. 569c
; ἔπαινος
Id. Phdr. 24c
e; ῥᾳθυμία
D. 18.46
, γέλως
Men. Mon. 88
.Adv.
-ρως
A. Ag. 808
, Ch. 624 (both lyr.), Hp. Acut. 17 , al.: Comp.
-οτέρως
Id. Epid. 1.19
: neut. pl. asAdv., ἄκαιρ' ἀπώλλυτο
E. Hel. 1081
.
II. of persons,importunate, troublesome, Thphr. Char. 12 ; ἄ. καὶ λάλος
Alciphr. 3.62
.
2. c.inf.,ill-suitedto do a thing, X. Eq.Mag. 7.6 ( Comp. ).
III. ἄκαιρον,τό,
= μυρσίνη ἀγρία , Dsc. 4.144 .