δύπτω(lengthd. fromδύω),
A. duck, dive, ἠύ̈τε τις καύηξ δύπτῃσιν ἐς ἁλμυρὸν ὕδωρ
Antim. Eleg. 6
(nisi leg.δύπτης) ; πρὸς κῦμα δυπτούσας
Lyc. 715
: without a Prep., ἔδυψε Νηρέως τάφους
Id. 164
; νειόθι δύψας
A.R. 1.1326
: c. acc.,δύπτοντες κεφαλάςib. 1008 .