LSJδῠσαπο-βίβαστοςGlossδῠσαπο-βίβαστος [ῐ] , v.l. for δυσυπο -, Gal. 6.535 .δῠσαπο-βίβαστος [ῐ],v.l. for δυσυπο-, Gal. 6.535 .