δῠσημερ-ία, Dor.
δῠσημερ-ᾱμερία,ἡ,
A. unlucky day: mishap, misery, δυσαμεριᾶν πρύτανιν
A. Fr. 236
; μοῖρα δυσαμερίας
S. Fr. 591
, cf. Plu. Eum. 9 .
unlucky day: mishap, misery
δῠσημερ-ία, Dor.
δῠσημερ-ᾱμερία,ἡ,
A. unlucky day: mishap, misery, δυσαμεριᾶν πρύτανιν
A. Fr. 236
; μοῖρα δυσαμερίας
S. Fr. 591
, cf. Plu. Eum. 9 .