δυσ-ξύνετος,ον,
A. hard to understand, δυσξύνετον ξυνετὸς μέλος ἔγνω
E. Ph. 1506
(lyr.); διαγράμματα
X. Mem. 4.7.3
;τὸ δ., τὰ δ., Plu. 2.975f (δυσξύνθετονcodd.), Iamb. VP 35.252 .
hard to understand
δυσ-ξύνετος,ον,
A. hard to understand, δυσξύνετον ξυνετὸς μέλος ἔγνω
E. Ph. 1506
(lyr.); διαγράμματα
X. Mem. 4.7.3
;τὸ δ., τὰ δ., Plu. 2.975f (δυσξύνθετονcodd.), Iamb. VP 35.252 .