δῠσωρέομαι, (ὤρα)
A. keep painful watch, ὡς δὲ κύνες περὶ μῆλα δυσωρήσονται ἐν αὐλῇ
Il. 10.183
; but Apollon. Lex. readδυσωρήσωσιν, cf. Hsch.,EM 292.49 .
keep painful watch
δῠσωρέομαι, (ὤρα)
A. keep painful watch, ὡς δὲ κύνες περὶ μῆλα δυσωρήσονται ἐν αὐλῇ
Il. 10.183
; but Apollon. Lex. readδυσωρήσωσιν, cf. Hsch.,EM 292.49 .