ἀκατάλλακτος,ον,
A. irreconcilable, Zaleuc. ap. Stob. 4.2.19 , D.S. 12.20 .Adv.
-τως, πολεμεῖν
D. 11.4
; διακεῖσθαι πρός τινα
Plb. 11.29.13
; ἔχειν
Ph. 1.507
;μισεῖνib. 479 .
irreconcilable
ἀκατάλλακτος,ον,
A. irreconcilable, Zaleuc. ap. Stob. 4.2.19 , D.S. 12.20 .Adv.
-τως, πολεμεῖν
D. 11.4
; διακεῖσθαι πρός τινα
Plb. 11.29.13
; ἔχειν
Ph. 1.507
;μισεῖνib. 479 .