LSJδωσῐ́-πῡγοςGlossδωσῐ́-πῡγος or δοσίπῡγος , ον , = κίναιδος , Suid. s.v. ἀφέλεια .δωσῐ́-πῡγοςorδοσίπῡγος,ον,A.= κίναιδος , Suid.s.v. ἀφέλεια .ReferencesSuid.Related Lemmasδοσίπῡγος