ἑᾱνός,ή,όν, Ep.
Adj.(never in Od. ):—
A. fine, of fabrics and materials for wearing,ἑᾱνῷ λιτίwithfinelinen, Il. 18.352 , 23.254 ; πέπλος ἑᾱνός
5.734
, 8.385 ;ἑᾱνοῦ κασσιτέροιοtinbeaten out fine, 18.613 ; ἱμάτιον
Sapph.
(?) 122 .
II. asSubst.,ἑᾰνός,ὁ,fine robe, once in nom., ἀμφὶ δ' ἄρ' ἀμβρόσιος ἑᾰνὸς τρέμε
Il. 21.507
; νεκταρέου ἑᾰνοῦ
3.385
;ἑᾰνῷ ἀργῆτι φαεινῷib. 419 ;ἀμβρόσιον ἑᾰνόν(acc.) 14.178 ; ἑᾰνῶν πτύχας ἱμεροέντων
h.Cer. 176
; λεπταλέῳ ἑᾰνῷ
A.R. 4.169
; ἑανοῖς χρυσειδέσι