ἔγγαυρον: νοτερόν, ὑγρόν; alsoἄωρον, πρόσφατον, Hsch.
ἔγγαυσον: ἔνσκαμβον, Id.; cf.γαυσός.ἐγγέαβλος: νεωκόρος, Id.
ἔγγαυρον: νοτερόν, ὑγρόν ; also ἄωρον, πρόσφατον , Hsch. ἔγγαυσον: ἔνσκαμβον , Id.; cf. γαυσός . ἐγγέαβλος: νεωκόρος , Id.
ἔγγαυρον: νοτερόν, ὑγρόν; alsoἄωρον, πρόσφατον, Hsch.
ἔγγαυσον: ἔνσκαμβον, Id.; cf.γαυσός.ἐγγέαβλος: νεωκόρος, Id.