ἐγγλῠ́φ-ω,
A. carve, ζῷα ἐν λίθοισι
Hdt. 2.4
;ζῷα ἐγγεγλυμμέναib. 124 ;αἱμασιὴ ἐγγεγλυμμένη τύποισιib. 138 ; λίθος εἰκόνα -γεγλυμμένος
J. AJ 19.2.3
;hollow out, [γογγύλην] Dsc. 2.110 , al.:— Pass. ,ὀστοῦ-γλυφέντος having a groove, Gal. 2.255 .
carve
ἐγγλῠ́φ-ω,
A. carve, ζῷα ἐν λίθοισι
Hdt. 2.4
;ζῷα ἐγγεγλυμμέναib. 124 ;αἱμασιὴ ἐγγεγλυμμένη τύποισιib. 138 ; λίθος εἰκόνα -γεγλυμμένος
J. AJ 19.2.3
;hollow out, [γογγύλην] Dsc. 2.110 , al.:— Pass. ,ὀστοῦ-γλυφέντος having a groove, Gal. 2.255 .