ἐγγοργῶν: φοβερῶς βλέψας, Hsch. :—alsoaor.
Med.
ἐ<γ>γοργώψατο, Id.; cf.γοργώψατο.
ἐγγοργῶν: φοβερῶς βλέψας , Hsch. :—also aor. Med. ἐ<γ>γοργώψατο , Id.; cf. γοργώψατο .
ἐγγοργῶν: φοβερῶς βλέψας, Hsch. :—alsoaor.
Med.
ἐ<γ>γοργώψατο, Id.; cf.γοργώψατο.